πάροικος « παρα·οικος παρεπίδημος « παρα·επι·δημος »
Exod. 12:45 WTT
תּוֹשָׁ֥ב וְשָׂכִ֖יר לֹא־יֹ֥אכַל־בּֽוֹ׃